Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ ...ΕΓΚΩΜΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΧΡ. ΓΙΑΝΑΡΑ, ,ΕΝΑΝ ΑΞΙΟΛΟΓΟ ΣΤΟΧΑΣΤΗ!  (και καλώς έπραξε)

Έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε απόψε ένα ακόμη βιβλίο του Χρ. Γιανναρά με τίτλο: «Ἡ ἑλληνικότητα ὡς ποιότητα και ὡς ντροπή».
Όμως, χαίρομαι ακόμα περισσότερο που έχουμε μαζί μας τον ίδιο τον καθηγητή Γιανναρά.
Οπότε, εμένα θα μου επιτρέψετε να μην παρουσιάσω το βιβλίο αλλά να παρουσιάσω τον συγγραφέα του, «ἐξ ὄψεως τὸν λέοντα».

Τον ξέρουμε όλοι, αν όχι από την όψη, σίγουρα από την ...κόψη!


Κι όμως, θα σας ρωτήσω: ποιός είναι ο Χρήστος Γιανναράς ;

Όταν ήρθε η κ. Σκαρλακίδου να με πληροφορήσει για το βιβλίο την ρώτησα: θα μπορούσα να μιλήσω κι εγώ; Ξαφνιάστηκε, δεν «πήγε ο νους της στο κακό» και δέχτηκε. Δεν θα πω πολλά για να του αφήσω χρόνο να μιλήσει εκείνος, αλλά και για ένα άλλο λόγο: επειδή το να μιλήσεις για τον Γιανναρά είναι πολύ επικίνδυνο. Δεν ξέρω αν το έχει τολμήσει άλλος επίσκοπος της Ελλαδικής Εκκλησίας.
Κι αυτό επειδή ο συγγραφέας μας, φρόντισε να περικοσμήσει εμάς τους κληρικούς και ιδιαίτερα τους επισκόπους, με ό,τι πιό σκληρό χαρακτηρισμό βρήκε στα ελληνικά λεξικά και με όσο πιο αυστηρές λέξεις έπλασε ο ίδιος.

Πριν γίνω επίσκοπος, αγανακτούσα μαζί του όταν έγραφε  για το «ἐν ἀφασίᾳ συνεδριάζον ἐν Ἀθήναις ἐπισκοπικόν σῶμα». Τώρα πια δεν αγανακτώ αφού δεν βρίσκω στις Ημερήσιες Συνοδικές Διατάξεις καμμιά αγωνία του.

Το δεδομένο είναι ότι εμείς, για όσα μας «στολίζει» ο Γιανναράς, δεν λέμε: «δεν είναι έτσι», αλλά λέμε: «γιατί το λέει έτσι» ή λέμε: «μα, γιατί το λέει».   
Ίσως κάποιοι άλλοι, στο μέλλον, να λένε: «μα, γιατί δεν τον άκουγαν..!»

Η ευγένεια απαιτεί να κάνω φιλοφρονήσεις στο συγγραφέα μας. Όμως πρώτα ο ίδιος δεν θα με πιστεύσει κι έπειτα εσείς. Επειδή ο Γιανναράς έκανε όσες περισσότερες φιλότιμες προσπάθειες μπορούσε ώστε να συνενώσει τους πάντες εναντίον του. Πολιτικούς, εκκλησιαστικούς, ακαδημαϊκούς, συνδικαλιστές, ιδιώτες,  δημοσίους υπαλλήλους, φοιτητές, μαθητές...
Δεν νοιάστηκε ποτέ να κάνει οπαδούς και φίλους.
Γι΄αυτό όλοι έχουμε απωθημένα και διάθεση να τον εκδικηθούμε, έτσι δεν είναι; Υπάρχει τρόπος να τον εκδικηθούμε, κάνετε λίγη υπομονή, θα σας τον πω στο τέλος.

Οφείλω να του αναγνωρίσω κι ένα θετικό προσόν: τη συνέπειά του. Ο Γιανναράς παρέμεινε ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος στα κείμενά του απ’ αρχής μέχρι τέλους.

Λοιπόν, δον-κιχωτίζει. Όμως, γιατί το κάνει;

Θέλετε να σας απαντήσω:
Επειδή αρκετές φορές επένδυσε τις ελπίδες του σε πρόσωπα και καταστάσεις και  απογοητεύθηκε.
Τώρα, νομίζω ότι δεν ελπίζει πλέον.
Όμως, όχι! Μάλλον λαθεύω. Αν δεν ήλπιζε δεν θα συνέχιζε να γράφει. Ακόμα και με ελάχιστες ελπίδες, γράφει με λέξεις που μαστιγώνουν. Δεν χαίρεται που δικαιώθηκε η πικρόχολη προφητεία του στο «finis Graeciae», αλλά μονότονα συνεχίζει να ζωγραφίζει έναν Έλληνα, μια Ελλάδα, μια Εκκλησία που κάπου πιστεύει ότι υπάρχουν ακόμα, έστω «ὑπὸ τὸν μόδιον».

Ξέρετε γιατί;
Επειδή αυτός ο άνθρωπος, ο φιλόσοφος, ο κοινωνιολόγος, ο πολιτικός αναλυτής ή όπως αλλιώς θέλετε να τον βαφτίσετε, ...είναι κυρίως θεολόγος!
Τη θεολογία δεν τη διδάχθηκε στο Πανεπιστήμιο. Στραπατσαρίστηκε απ΄αυτήν πρώτα, σε κάποιο «καταφύγιο ιδεών». Έπειτα ψυχανεμιζόμενος την αφτιασίδωτη ομορφιά της Εκκλησίας και την αλυσσοδεμένη ελευθερία της, τί έκανε; Μοναχικός καβαλάρης, κόντρα στο κάθε ρεύμα, ανασκουμπώθηκε, έψαξε και εξιχνίασε «το ΑλφαΒητάρι  της πίστης» μας.

Είναι ένας εκκλησιαστικός άνθρωπος, απ’αυτούς που η Εκκλησία στην εποχή τους  δεν τους αντέχει. Σε κάθε εποχή δεν τους άντεχε, επειδή ήταν τιμητές και προφήτες κακών.
Έπειτα, όμως τους αναγνώριζε σαν δασκάλους της, όπως τον Ωριγένη.

Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, δεν κρίθηκε «επαρκής» να διδάξει τους κληρικούς της Εκκλησίας μας, ούτε τους θεολόγους καθηγητές των σχολείων μας.
Και πόνεσε γι’αυτό.

Δεν ξέρω πόσο έχασε η Εκκλησία. Ξέρω, όμως, πόσο κέρδισε ο κόσμος.

Για ολόκληρη την ελλαδική κοινωνία και την ελληνική πολιτεία, ο Γιανναράς είναι σαν τον αρχαίο Αλκιβιάδη: «οι Αθηναίοι τον μισούσαν, τον φθονούσαν, όμως χωρίς αυτόν δεν έκαμναν».
Το ανώγειο των ιδεών του Γιανναρά, αυτός ο αθυρόστομος φαρμακερός του λόγος, εμπνέει αργά αλλά σταθερά. Είναι ένας δύσκολος τοκετός που απαιτεί πόνο. Όμως, ολόκληρη η ζωή μας δεν εκτυλίσσεται ανάμεσα στους πόνους μιας γέννας και στον πόνο ενός θανάτου;
Κάποτε οι αθηναίοι καταδίκασαν το Σωκράτη σε θάνατο κι όταν του ζήτησαν να αντιπροτείνει μια ποινή, εκείνος αντιπρότεινε: «σιτίζεσθαι ἐν τῷ πρυτανείῳ».
Ο άχαρος ρόλος του συγγραφέα Γιανναρά, είναι να σπέρνει και να μην γνωρίζει πότε θα φυτρώσει. Πάντως είναι απολύτως βέβαιος ότι οικοδομεί. Γι’ αυτό επιμένει, έχοντας απόλυτη αυτοσυνειδησία του ρόλου του και του στόχου του.

Ξέρει ότι αντιγράφουμε τα κείμενά του, κηρύτουμε με τις έννοιές του, εκφωνούνται στο Κοινοβούλιο πολιτικοί λόγοι με παραπομπές του, σκεπτόμαστε με τη σκέψη του, ακόμα κι όταν τον κρύβουμε ως πηγή στη βιβλιογραφία μας.

Βλέπω, όμως, ότι ακόμα επιμένετε να τον εκδικηθούμε, να τον τιμωρήσουμε!

Ε! λοιπόν, εκ μέρους σας και για λογαριασμό σας, αν μπορούσα, θα τον τιμωρούσα με τον εξής τρόπο: θα τον έκαμνα Πρωθυπουργό ή Αρχιεπίσκοπο. Πολέμησε εξίσου σκληρά και τις δύο αυτές πλάνες.
Οι προτάσεις που εξαπολύει ο Γιανναράς, ακόμα κι αν είναι ελάχιστα εφικτές, θα έκαμναν την Πατρίδα μας, την Εκκλησία μας, την Παιδεία μας, την κοινωνία μας και τον πολιτισμό μας πιο ρωμαλέα μεγέθη και χρήσιμα στον σημερινό πλανήτη. Όσα υπονοεί και οραματίζεται ο Γιανναράς, ακόμα κι αν δεν γίνουν πραγματικότητα ποτέ, είναι χρήσιμα, σαν οξυγόνο να υπάρχουν. Έστω και σαν ουτοπίες, αλλοίμονο αν εκλείψουν.
- See more at: http://www.imalex.gr/119EDC96.el.aspx#sthash.36yBPq5o.dpuf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου